Γεώργιος Τερζής, MD
Χειρουργός Ορθοπαιδικός
Logo
Contact

Dequervain

Dequervain | Κλείδωμα αντίχειραΤο De Quervain’s είναι ένα σύνδρομο που εμφανίζεται με πόνο στην κερκιδική πλευρά του καρπού και ενίοτε με «εκτεινασσόμενο» εκτείνοντα, «κλείδωμα» του αντίχειρα (δηλαδή κινήσεις του αντίχειρα με αναπήδηση) και ραχιαίο γάγγλιο. Πρόκειται για εκφύλιση λόγω τριβής 2 τενόντων που εκτείνουν και απάγουν τον αντίχειρα μέσα στο 1ο ραχιαίο ινο-οστικό διαμέρισμα του καρπού. Ανατομικές παραλλαγές, όπως διαμερισματοποίηση του 1ου διαμερίσματος, περισσότεροι από ένας τένοντες του μακρού απαγωγού και του βραχύ εκτείνοντα τον αντίχειρα, είναι ο κανόνας και όχι η εξαίρεση. Η παρουσία αυτών των αποκλίσεων αποτελεί προδιαθεσικό παράγοντα για την εμφάνιση αυτού του συνδρόμου. Μη αναγνώριση κατά τη διάρκεια της επέμβασης αυτών των αποκλίσεων, είναι συχνή αιτία αποτυχίας αυτής.

Επαναλαμβανόμενη ή παρατεταμένη τάση των μυών αυτών (π.χ. οικιακές εργασίες, δαχτυλογράφηση κ.α.) αποτελεί αιτιολογικό παράγοντα εμφάνισης αυτού του συνδρόμου.

Συχνότητα

Συμβαίνει 6 φορές πιο συχνά σε γυναίκες από ότι σε άνδρες, συνήθως σε μεσήλικες και πιο συχνά στο επικρατούν χέρι (στο χέρι που χρησιμοποιείται πιο συχνά). Συμβαίνει επίσης συχνά σε έγκυες και θηλάζουσες, αλλά αποκαθίσταται σχεδόν πάντα αυτόματα.

Διάγνωση

Υπάρχουν 3 δοκιμασίες που βοηθούν στη διάγνωση: η δοκιμασία Finkelstein (ωλένια απόκλιση άκρας χειρός και καρπού με τον αντίχειρα σταθερό), ο χειρισμός Eichoff (κλείσιμο του αντίχειρα στη γροθιά και βίαια ωλένια απόκλιση του καρπού) και η δοκιμασία Brunelli (δυνατή απαγωγή του αντίχειρα με τον καρπό σε κερκιδική απόκλιση).
Διαφορική διάγνωση πρέπει να γίνει από το σύνδρομο διασταύρωσης (intersection syndrome: συμβαίνει μεταξύ του μακρού απαγωγού του αντίχειρα και του κοινού εκτείνοντα τους δακτύλους, 4-5 εκ. εγγύς του κάτω πέρατος της κερκίδος), κάταγμα στυλοειδούς αποφύσεως κερκίδος, κάταγμα σκαφοειδούς, αστάθεια και αρθρίτιδα της βάσης του αντίχειρα και κερκιδική νευρίτιδα.
Ακτινολογικός έλεγχος γίνεται μόνο για να αποκλεισθούν οστικές βλάβες, όπως οστεόφυτα ή κακή πόρωση καταγμάτων, που μπορεί να ερεθίζουν το συγκεκριμένο διαμέρισμα.

Θεραπευτική αγωγή

Σε ήπια περιστατικά εφαρμόζεται συντηρητική αγωγή. Αυτή συνίσταται σε τοπική έγχυση κορτικοστεροειδούς και τοπικού αναισθητικού μέσα στο 1ο διαμέρισμα. Έχει αποτελεσματικότητα σε πάνω από 80% των περιπτώσεων και μπορεί να επαναληφθεί μετά από 4-8 εβδομάδες. Πρέπει να προειδοποιείται ο ασθενής ότι μπορεί να εμφανίσει αποχρωματισμό δέρματος στην περιοχή της έγχυσης και ατροφία υποδερμικών ιστών με νέκρωση λίπους σε 5-10% των περιπτώσεων, και σε σπάνιες περιπτώσεις ακόμα και ρήξη τενόντων. Έγχυση και ακινητοποίηση μαζί έχουν για κάποιο περίεργο λόγο μικρότερο ποσοστό επιτυχίας από την έγχυση μόνη της, περίπου 61%. Ακινητοποίηση μόνη της επιτυγχάνει μόνο σε 14% των περιστατικών. Τέλος τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φαίνεται να μην έχουν καμία απολύτως δράση.
Αν μετά από συντηρητική αγωγή 6 μηνών και 2 εγχύσεις κορτικοστεροειδούς δεν υπάρχει αποτέλεσμα, τότε ενδείκνυται η χειρουργική θεραπεία Τα αποτελέσματα είναι καλά σε άνω των 90% των περιστατικών και φαίνεται ότι όσο πιο μεγάλο είναι το διάστημα της συμπτωματολογίας, τόσο πιο μεγάλη είναι η ικανοποίηση μετεγχειρητικά.