Γεώργιος Τερζής, MD
Χειρουργός Ορθοπαιδικός
Logo
Contact

Λαχνοοζώδης υμενίτιδα

(Pigmented villonodular synovitis, PVNS)

Πρόκειται για μια καλοήθη κατάσταση που απαντάται στον υμένα των αρθρώσεων (synovium) με συνηθέστερη εντόπιση στο γόνατο (αλλά και στο ισχίο, ποδοκνημική, ώμο και αγκώνα). Προκαλεί πολλαπλασιασμό του αρθρικού υμένα με μορφή λαχνών ή όζων με εναπόθεση λίπους και αιμοσιδηρίνης.
Μπορεί να είναι διάχυτη ή εντοπισμένη σε μια περιοχή της άρθρωσης. Συνήθως προσβάλλει μόνο μια άρθρωση. Εμφανίζεται συνήθως απο τα 20 έως τα 40 έτη, χωρίς προτίμηση φύλου.

Λαχνοοζώδης υμενίτιδαΣυνήθως εμφανίζεται με πόνο, πρήξιμο, αστάθεια, αίθημα κλειδώματος και δυσκαμψία (περιορισμό των κινήσεων μιας άρθρωσης). Συχνά τα συμπτώματα υποτροπιάζουν.  

Αφαίρεση αρθρικού υγρού που έχει αίμα ή είναι ξανθοχρωματικό, χωρίς να έχει προηγηθεί τραυματισμός, πρέπει να στέλνεται και για κυτταρολογική εξέταση (παρουσία αιμοσιδηρίνης και πολυπύρηνων γιγαντοκυττάρων). 

Οι απλές ακτινογραφίες δεν βοηθούν στη διάγνωση, ιδίως στα αρχικά στάδια. Αργότερα εμφανίζονται υποχονδριακές κύστεις και άλλες λυτικές βλάβες.  Η αξονική τομογραφία αναδεικνύει μάζες μαλακών μορίων πιο πυκνές από τις μυικές μάζες, που προσλαμβάνουν σκιαγραφικό και φυσικά τις υποχονδριακές κύστεις. Η καλύτερη εξέταση για την PVNS είναι η μαγνητική τομογραφία, που αναδεικνύει ετερογενείς μάζες με χαμηλό σήμα στις Τ1 και Τ2 ακολουθίες (εναπόθεση αιμοσιδηρίνης) και υψηλό σήμα στην Τ1 (εναπόθεση λίπους ή αιμορραγία) ή στην Τ2 (ύδραρθρο ή υμενίτιδα). Αναδεικνύει επίσης την έκταση και τη θέση της βλάβης, δηλαδή αν είναι εντοπισμένη ή διάχυτη, καθώς και τη θέση της σε σχέση με άλλες δομές της άρθρωσης. Είναι απαραίτητη εξέταση για τον σχεδιασμό της επέμβασης, γιατί αναδεικνύει περιοχές που μπορεί να ξεφύγουν π.χ. αν γίνει αρθροσκοπικός καθαρισμός και υπάρχει εντόπιση οπισθίως του οπίσθιου χιαστού συνδέσμου.

Παρόμοιες εικόνες μπορεί να δώσουν:

  1. Αιμοφιλική αρθροπάθεια (ιστορικό)
  2. Οστεοαρθρίτιδα (σπάνια εμφανίζονται οστεόφυτα σε PVNS)
  3. Ρευματοειδής αρθρίτιδα (πολυαρθρική νόσος)
  4. Φυματιώδης αρθρίτιδα (εμφανίζει αποστήματα και περιαρθρική οστεοπόρωση)
  5. Συνοβιακό αιμαγγείωμα (εμφανίζεται συνήθως σε νεαρές ηλικίες)
  6. Συνοβιακή χονδρομάτωση
  7. Λιπώδης υπερτροφία αρθρικού υμένα (δεν ενισχύεται το σήμα στο MRI με τη χορήγηση σκιαγραφικού)

Η οριστική διάγνωση γίνεται με βιοψία.

Ενδαρθρική έγχυση στεροειδούς γίνεται μόνο για προσωρινή ανακούφιση. Η εντοπισμένη μορφή θεραπεύεται με αφαίρεση της βλάβης, συνήθως αρθροσκοπικά. Σε αυτή τη περίπτωση η πιθανότητα υποτροπής είναι μικρότερη από 5%. Στη διάχυτη μορφή πρέπει να γίνεται ολική υμενεκτομή, με πιθανότητα υποτροπής 9%. Αν δεν γινει ολική υμενεκτομή το ποσοστό υποτροπής είναι περίπου 60%.

Ένας άλλος επιβαρυντικός παράγοντας για υποτροπή της νόσου μετά από υμενεκτομή είναι η παρουσία βλαβών του αρθρικού χόνδρου και μάλιστα διπλασιάζει την πιθανότητα. Πάντως ακόμα και αν γίνει υμενεκτομή σωστά, η ανάπτυξη εκφυλιστικής οστεοαρθρίτιδας δεν μπορεί να σταματήσει. Για αυτό συνιστάται ότι εφ όσον συνυπάρχει εκφυλιστική αρθρίτιδα από την αρχή, θα πρέπει να γίνεται κατ’ ευθείαν ολική αρθροπλαστική της συγκεκριμένης άρθρωσης, που πρέπει να συνοδεύεται απο ολική υμενεκτομή (ιδίως στο γόνατο πρέπει να αφαιρείται και ο οπίσθιος χιαστός σύνδεσμος για πιο πλήρη υμενεκτομή). Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται στις υποχόνδριες κύστεις. Πρεπει να αδειάζουν και να γεμίζονται με οστικά μοσχεύματα, αλλιώς γίνονται εστίες υποτροπών. Στις περιπτώσεις που είναι πολλές αρθρώσεις προσβεβλημένες, ή σε επανειλημμένες υποτροπές μπορεί να γίνει και χρήση τοπικής ακτινοβολίας με καλά αποτελέσματα (36 to 40 Gy, και ενδαρθρικά ραδιοϊσότοπα yttrium-90 [Y-90], dysprosium-165 [Dy-165]). Οι ολικές αρθροπλαστικές έχουν αυξημένο ποσοστό αναθεώρησης, κυρίως λόγω χαλάρωσης και υποτροπών της νόσου. Για αυτό πρέπει να παρακολουθούνται οι ασθενείς με MRI σε όλες τις περιπτώσεις θεραπευτικής παρέμβασης.

J Am Acad Orthop Surg 2008;16:268